Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Banksy's best

Μπανσκι


Τον έχουν ονομάσει «προβοκάτορα της κουλτούρας του δρόμου» και «σύγχρονο αντάρτη των πόλεων», αν και ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του «ποιοτικό βάνδαλο». Ο Μπάνκσι, ο μυστηριώδης βρετανός καλλιτέχνης που έχει συνδέσει το ψευδώνυμό του με την τέχνη των γκραφίτι, ταξιδεύει incognitoεδώ και μερικές εβδομάδες σε πόλεις των ΗΠΑ και του Καναδά, αφήνοντας
το δημιουργικό του στίγμα πάνω σε πέτρινους καμβάδες. Η τέχνη του είναι πιο πολιτικοποιημένη και οργισμένη από ποτέ, μια πραγματική σπουδή στην οικονομική και κοινωνική κρίση της Δύσης.

Του Κ. Ταβαλου από την εφημερίδα «Το Βήμα», 13/06/2010

Ενας χρηματιστής περπατάει στον δρόμο με τον χαρτοφύλακά του και μια ταμπέλα γύρω από τον λαιμό του γράφει: «Ενδιαφέρομαι για τους ανθρώπους σε ποσοστό 0%». Ενας γκραφιτάς που έχει σβήσει την επιγραφή «Ακολούθησε τα όνειρά σου», γράφοντας από πάνω της: «Ακυρώθηκαν». Και ένας γιάπης, με την ακριβή του Samsonite στα χέρια, έχει περάσει γύρω από τον λαιμό την επιγραφή «Θα δουλέψω για ηλίθιους» ζητώντας εργασία.

Αυτά είναι μερικά από τα πρόσφατα σχέδια του Μπάνκσι που έχουν κατακλύσει πολλές πόλεις της Βόρειας Αμερικής, από το Τορόντο και το Οντάριο του Καναδά ως το Ντιτρόιτ και τη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ. Ολα τους εμφανίζουν έναν καλλιτέχνη έντονα πολιτικοποιημένο και οργισμένο με τη νέα οικονομική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί παγκοσμίως.

Οχι ότι έπρεπε να χτυπήσει η τρέχουσα οικονομική ύφεση ώστε να εκτιμήσουμε τις κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις του έργου του βρετανού καλλιτέχνη. Εδώ και μία δεκαετία ο Μπάνκσι μάς έχει δώσει δεκάδες δείγματα της ευαισθητοποιημένης πολιτικής και κοινωνικής του σκέψης. Η πρώτη του έκθεση στη Νέα Υόρκη, πριν από λίγο καιρό, συνοδεύτηκε από έντονες διαμαρτυρίες πολλών φίλων της τέχνης, οι οποίοι θεώρησαν τις δημιουργίες του «προσβλητικές».

Η έκθεση, ένα σχόλιο του Μπάνκσι πάνω στη σχέση των ανθρώπων με τα ζώα, περιελάμβανε εκθέματα όπως έναν πίθηκο-ρομπότ να βαριανασαίνει παρακολουθώντας στην τηλεόραση μια ταινία πορνό με... ομοειδείς του, έναν ξεπουπουλιασμένο μηχανικό Τουίτι να κουνιέται στο κλουβί του και ένα λευκό κουνέλι με μαργαριταρένιο κολιέ να μακιγιάρεται μπροστά στον καθρέφτη. «Η τέχνη μου αμφισβητεί τη σχέση μας με τα ζώα και την ηθική της βιομηχανίας των τροφίμων» είπε ο Μπάνκσι.

Προκειμένου να κάνει την έκθεση ακόμη πιο... ζωώδη, ράντισε τις γωνίες του εκθεσιακού χώρου με πραγματικά ούρα σκύλων προκαλώντας και άλλον θόρυβο.

Ο «φυσικός» του χώρος, το Λονδίνο, έχει γεμίσει με σχέδιά του. Πέρυσι ο Μπάνκσι μετακόμισε για λίγους μήνες στις ΗΠΑ για να σκηνοθετήσει την πρώτη του ταινία. Πρόσφατα κόσμησε τους τοίχους πάνω από το υπαίθριο παζάρι του λονδρέζικου Πορτομπέλο, όπου πουλιούνται δεκάδες μπλουζάκια με τον Τσε Γκεβάρα, με μια σειρά από αφίσες του αργεντινού επαναστάτη με όλο και πιο ξεθωριασμένη μπογιά. «Ηταν ένα σχόλιο πάνω στην αέναη ανακύκλωση μιας εικόνας μέσα από την αέναη ανακύκλωση του εμπορίου» είπε ο ίδιος ο καλλιτέχνης, που από πολλούς θεωρείται ένας ιδιότυπος συνεχιστής της ποπ αρτ του Αντι Γουόρχολ.

Η ευρηματικότητα του Μπάνκσι, κυρίως όταν συνδυάζεται με το πολιτικό σχόλιο, είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη: αποδίδει τον Γουίνστον Τσόρτσιλ σαν αναρχικό με πράσινη κόμμωση «μοϊκάνα», μετονομάζει τις σούπες Campbell του Γουόρχολ σε «Τesco» από τη γνωστή εταιρεία των βρετανικών σουπερμάρκετ, ενώ φιλοτεχνεί το πορτρέτο της βασίλισσας Ελισάβετ αντικαθι στώντας το πρόσωπό της με εκείνο ενός χιμπαντζή.

«Λένε ότι τα γκραφίτι τρομάζουν τους ανθρώπους και αποτελούν δείγμα κοινωνικής παρακμής.Είναι ψέμα. Τα γκραφίτι κρύβουν κινδύνους μόνο για τους πολιτικούς, τα στελέχη των διαφημιστικών και τους γκραφιτάδες» έχει πει ο Μπάνκσι.

Πριν από λίγο καιρό ταξίδεψε, κρυφά, στο Ισραήλ και έκανε γκραφίτι ακόμη και πάνω στο «τείχος ασφαλείας» που χτίζουν οι Ισραηλινοί στη Δυτική Οχθη. Ζωγράφισε μια τρύπα μέσα από την οποία διακρίνεται μια ειδυλλιακή ακρογιαλιά καθώς και έναν αρουραίο, το σήμα κατατεθέν του, να πετάει πέτρες σε ένα ισραηλινό φυλάκιο.

«[Τους αρουραίους] τους μισούν και τους κυνηγούν,αλλά εκείνοι ζουν ανάμεσά μας, σε σιωπηλή απόγνωση. Αν είσαι βρώμικος, άσημος και δεν σε αγαπάει κανείς,τότε οι αρουραίοι αποτελούν για σένα ένα πρότυπο ζωής» υποστηρίζει ο Μπάνκσι, φανερά εκνευρισμένος από το γεγονός ότι έγινε γνωστός αμέσως μόλις αποφάσισε να αποκτήσει ψευδώνυμο και να κινηθεί... υπογείως, όπως το αγαπημένο του τρωκτικό. «Κανείς δεν έδινε σημασία σε αυτά που έλεγα, ώσπου έπαψαν να γνωρίζουν ποιος είμαι» λέει με νόημα.

Υπό το καθεστώς αυτής της μυστηριώδους ανωνυμίας, ο Μπάνκσι «αγοράζει» πολύτιμο χρόνο και χρήμα, προστατεύοντας ουσιαστικά την τέχνη του από μηνύσεις για βανδαλισμό δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας. Με πολλά εντάλματα σύλληψης να εκκρεμούν σε βάρος του, ο Μπάνκσι εξακολουθεί να κρύβεται, σαν καταζητούμενος. Μια οξύμωρη καθημερινότητα για έναν καλλιτέχνη ο οποίος εξακολουθεί να παραμένει άγνωστος μέσω της... διασημότητάς του.

Μα ποιος είναι τέλος πάντων;

Δύο είναι οι επικρατούσες θεωρίες σχετικά με την πραγματική ταυτότητα του Μπάνκσι: η βρετανική «Μail on Sunday» ισχυρίζεται ότι πρόκειται για τον Ρόμπιν Γκάνιγχαμ,έναν 35χρονο κάτοικο του Μπρίστολ.Σύμφωνα με την εφημερίδα,η οποία μάλιστα ισχυρίζεται ότι τον φωτογράφισε επί το έργον στην Τζαμάικα το 2004,ο Μπάνκσι προέρχεται από τη μεσοαστική τάξη και ήλθε σε ρήξη με την εύπορη οικογένειά του προκειμένου να ακολουθήσει τον ταπεινό δρόμο της τέχνης του δρόμου.Το ΒΒC συμφωνεί με τη «Μail» όσον αφορά την ηλικία και τον τόπο καταγωγής του, αλλά ισχυρίζεται ότι το πραγματικό του όνομα είναι Ρόμπερτ Μπανκς (εξ ου και το ψευδώνυμο «Μπάνκσι»).

Ενα...«Καράτε Κιντ» για το γκραφίτι

Το «Εxit Τhrough the Gift Shop»,η πρώτη ταινία του Μπάνκσι,αφηγείται την ιστορία του Τιερί Γκετά,ενός εκκεντρικού Γάλλου που τυγχάνει μέγας οπαδός του διάσημου βρετανού γκραφιτά.Ο Γκετά, αφού καταφέρνει να γνωρίσει το είδωλό του,ύστερα από ενθάρρυνση του ίδιου του Μπάνκσι γίνεται και αυτός καλλιτέχνης του δρόμου με το ψευδώνυμο «Μr. Βrainwash» (κ.Πλύση Εγκεφάλου).Στο ντοκυμαντέρ εμφανίζονται μερικοί από τους πιο διάσημους γκραφιτάδες του κόσμου,καθώς και ο ίδιος ο Μπάνκσι,κρυμμένος πάντα στην κουκούλα του και με τη φωνή ψηφιακά αλλοιωμένη.«Φιλοδοξία μου ήταν η ταινία να είναι για το γκραφίτι ό,τι το “Καράτε Κιντ” για τις πολεμικές τέχνες.Τελικά φαίνεται ότι θα έχουμε το αποτέλεσμα που είχαν τα “Σαγόνια του καρχαρία” για το θαλάσσιο σκι» είπε για το φιλμ που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο φεστιβάλ ανεξάρτητων ταινιών Sundance στις ΗΠΑ.

Σάββατο 29 Μαΐου 2010

La double vie de Veronique Ζμπίγκνιου Πράισνερ




Έχοντας στις αποσκευές του μία Αργυρή Άρκτο και δυο βραβεία César, ο Πολωνός συνθέτης είναι μια αξιοθαύμαστη περίπτωση μουσικού, καθότι αυτοδίδακτος: «Δεν πήγα σε κανένα ωδείο αλλά επειδή η αγάπη μου για την μουσική είναι μεγάλη, κατάφερα όχι μόνο να διαβάζω και να γράφω νότες αλλά να συνθέτω ολόκληρα συμφωνικά έργα και σάουντρακς».

Με πηγαίο ταλέντο, λοιπόν, ο σπουδαίος αυτός δημιουργός φτάνει σήμερα να έχει γράψει μουσική για πάνω από 40 ταινίες, μεταξύ αυτών αρκετές του Κισλόφσκι («Η διπλή ζωή της Βερόνικα», «Ο δεκάλογος», «Μικρή ιστορία για ένα φόνο», «Τα τρία χρώματα: Μπλε, Λευκό, Κόκκινο») αλλά και άλλων σημαντικών σκηνοθετών, όπως της Ανιέσκα Χόλαντ για το «Europa Europa», του Λουί Μαλ για το «Μοιραίο πάθος», του Λούις Μαντόκι για το «Όταν ένας άντρας αγαπά μια γυναίκα» και της δικιάς μας Λουκίας Ρικάκη για το «Κουαρτέτο σε τέσσερις κινήσεις».Όπως αναφέρει ο ίδιος, «ως αιώνιος εραστής της έμπνευσης και της αγάπης για την δημιουργία» απεχθάνεται «τη νοοτροπία του έτοιμου και γρήγορου που μας έχει κατακλύσει ενώ έχει περάσει και στην μουσική». Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι περισσότερες συνθέσεις του έχουν δημιουργηθεί για ταινίες ευρωπαϊκού κινηματογράφου: «Μου πρότειναν να γράψω μουσική για το Χόλιγουντ. Δεν μπορώ να γράψω μουσική για κάτι που δεν με αφορά».

Σημείο αναφοράς στην καριέρα του, η συνεργασία του με τον Κριστόφ Κισλόφσκι για τον οποία αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ήξερα από την αρχή της συνεργασίας μας ότι κάτι τέτοιο θα μου συνέβαινε μόνο μία φορά στη ζωή μου». Ο Κισλόφσκι πρόσεξε τον Πράισνερ το 1981 όταν έγραψε την πρώτη κινηματογραφική μουσική για την ταινία του Αντονι Κράουζε «Δελτίο Καιρού». Έτσι, του πρότεινε να συνεργαστούν στην ταινία που ετοίμαζε εκείνο τον καιρό με τίτλο «Χωρίς τέλος». Μία ταινία «που έτυχε να πολεμηθεί τόσο από το πολιτικό κατεστημένο όσο και από την Καθολική Εκκλησία της Πολωνίας». Τα οφέλη που απέσπασε σαν καλλιτέχνης και κυρίως σαν άνθρωπος από τον σπουδαίο αυτό σκηνοθέτη πολλά. Εκτός φυσικά από την ανάδειξη που του προσέφερε από την πρώτη στιγμή-λόγω της επιτυχίας των ταινιών του-για τον Πράισνερ ο Κισλόφσκι κατάφερε να του δείξει το νόημα της τέχνης που είναι «η ελευθερία της έκφρασης».Όπως αναφέρει ο ίδιος, «ως αιώνιος εραστής της έμπνευσης και της αγάπης για την δημιουργία» απεχθάνεται «τη νοοτροπία του έτοιμου και γρήγορου που μας έχει κατακλύσει ενώ έχει περάσει και στην μουσική». Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι περισσότερες συνθέσεις του έχουν δημιουργηθεί για ταινίες ευρωπαϊκού κινηματογράφου: «Μου πρότειναν να γράψω μουσική για το Χόλιγουντ. Δεν μπορώ να γράψω μουσική για κάτι που δεν με αφορά».

Σημείο αναφοράς στην καριέρα του, η συνεργασία του με τον Κριστόφ Κισλόφσκι για τον οποία αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ήξερα από την αρχή της συνεργασίας μας ότι κάτι τέτοιο θα μου συνέβαινε μόνο μία φορά στη ζωή μου». Ο Κισλόφσκι πρόσεξε τον Πράισνερ το 1981 όταν έγραψε την πρώτη κινηματογραφική μουσική για την ταινία του Αντονι Κράουζε «Δελτίο Καιρού». Έτσι, του πρότεινε να συνεργαστούν στην ταινία που ετοίμαζε εκείνο τον καιρό με τίτλο «Χωρίς τέλος». Μία ταινία «που έτυχε να πολεμηθεί τόσο από το πολιτικό κατεστημένο όσο και από την Καθολική Εκκλησία της Πολωνίας». Τα οφέλη που απέσπασε σαν καλλιτέχνης και κυρίως σαν άνθρωπος από τον σπουδαίο αυτό σκηνοθέτη πολλά. Εκτός φυσικά από την ανάδειξη που του προσέφερε από την πρώτη στιγμή-λόγω της επιτυχίας των ταινιών του-για τον Πράισνερ ο Κισλόφσκι κατάφερε να του δείξει το νόημα της τέχνης που είναι «η ελευθερία της έκφρασης».

Σάββατο 22 Μαΐου 2010

Τρίτη 18 Μαΐου 2010

Του Νίκου Δήμου από το περιοδικό LiFO

LiFO

Η Μαγκιά και η Κλάψα (29.04.10)

Έβλεπα μία αφίσα της Μελίνας – κι ένιωσα πάλι αυτό το αμήχανο συναίσθημα. Ήταν αναμφισβήτητα μία λαμπερή παρουσία. Τόσο λαμπερή που δεν έγινε ποτέ πολύ μεγάλη ηθοποιός (η παρουσία της υποσκέλιζε τον ρόλο). Αλλά υπήρξε καλή ηθοποιός, ιδιαίτερα όποτε έπαιζε τον εαυτό της, όπως στη Στέλλα και το Ποτέ την Κυριακή.

Ως πολιτικός μολύνθηκε από την Πασοκική ασθένεια του λαϊκισμού – αλλά παρόλα αυτά σαν υπουργός πολιτισμού (του δικού της) άφησε τη σφραγίδα της.

Αλλά ούτε η σκηνική ούτε η πολιτική της παρουσία με κάνουν να νιώθω αμήχανα όταν την σκέπτομαι. Αυτό που με ενοχλεί είναι ένα χαρακτηριστικό που οι περισσότεροι θαύμαζαν σε αυτήν. Η μαγκιά της.

Γενικά η νεοελληνική μαγκιά μου σπάει τα νεύρα – ακόμα κι όταν συνδέεται με γοητεία, όπως στην περίπτωση της Μελίνας. Περιέχει μέσα ιταμότητα, θράσος και συχνά χυδαιότητα που με σκοτώνει.

Αλλά αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στην αντίδραση που μου φέρνει μία άλλη νεοελληνική στάση: η κλάψα.

Γι αυτό δεν αντέχω έτερον μέγα είδωλο των συμπατριωτών μου: τον Στέλιο Καζαντζίδη. Έτσι και ακούσω αυτή την βαριά μακρόσυρτη φωνή, παθαίνω αλλεργία.

Αυτός δεν είναι «ο καημός της Ρωμιοσύνης» που έγραφε ο Σεφέρης. Η Ρωμιοσύνη έχει λεβεντιά και δύναμη, όπως η δωρική φωνή του Μπιθικώτση. Αντίθετα το παράπονο του Στελλάρα είναι το βογκητό του σκλάβου, του υποταγμένου που σέρνεται κλαψουρίζοντας. Υπάρχει εκεί μία αποδοχή της μοίρας, μία παθητικότητα που με απωθεί.

Τώρα θα μου πείτε τι Έλληνας είμαι εγώ που δεν πάω την Μελίνα και τον Στέλιο; Είμαι μάλλον από την άλλη πάστα που δεν αντέχει την Ελλάδα της μαγκιάς και της κλάψας (όψεις του ίδιου νομίσματος) και προτιμάει την Ελλάδα του Τσιτσάνη, του Χατζιδάκι, του Ελύτη: μία Ελλάδα ευγένειας, βάθους και αξιοπρέπειας. Η χώρα μας έχει μια τέτοια παράδοση που αρχίζει με τον Ερωτόκριτο και τον Σολωμό.

Τελικά πάλι δεν ξέφυγα από την οικονομία. Σκεφθείτε τι σχέση έχουν η μαγκιά και η κλάψα με τα οικονομικά μας χάλια…



Σαν σήμερα, το 1510, πέθανε ο Ιταλός ζωγράφος, Sandro Botticelli, το ταλέντο του οποίου χαρακτήρισε την πρώιμη περίοδο της Αναγέννησης. Με μοναδικό ύφος που κατέστησε τα έργα του αναγνωρίσιμα, ο Botticelli άφησε πίσω αριστουργήματα όπως «Η γέννηση της Αφροδίτης» και η «Άνοιξη».

Ο Alessandro Filipepi, ο οποίος έγινε γνωστός ως Sandro Botticelli εκτιμάται ότι ήρθε στη ζωή γύρω στο 1444, στη Φλωρεντία. Μαθήτευσε δίπλα στον Fra Filippo Lippi όπου ανακάλυψε το δικό του ζωγραφικό ύφος και σε ηλικία 15 ετών ήταν ήδη αναγνωρισμένος για το ταλέντο του – κάτι που του επέτρεψε να ανοίξει δικό του εργαστήριο όπου πολλοί νέοι έσπευσαν να μαθητεύσουν δίπλα του.

Το ύφος του κατέληξε να είναι εμφανώς διακριτό, τα πορτρέτα του έμοιαζαν μελαγχολικά ή θλιμμένα, ενώ η αίσθηση ροής που έδινε στην κίνηση σύντομα έγινε αναγνωρίσιμη και χαρακτηριστική του πινέλου του. Στο έργο του περιλάμβανε στοιχεία τόσο από τη χριστιανική παράδοση όσο και από την παγανιστική. Συχνά επαναλάμβανε στα έργα του τη μορφή μιας θλιμμένης κοπέλας η οποία μοιάζει εντελώς αποκομμένη απ’ όσα συμβαίνουν γύρω της. Ενίοτε παρουσίαζε στους παραδοσιακούς ρόλους τους τα φύλα ενώ άλλες φορές εμφάνιζε τη γυναίκα ως την κυρίαρχη και επιβλητικότερη φιγούρα.

Το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς του έγινε για παραγγελίες της πανίσχυρης οικογένειας των Medici, οι οποίοι κατείχαν κορυφαία θέση στην κοινωνία της Φλωρεντίας,. Το 1481 προσεκλήθη στη Ρώμη προκειμένου να συμμετάσχει στη διακόσμηση της Cappella Sistina, μαζί με καλλιτέχνες όπως οι Perugino, Ghirlandaio και αργότερα ο Michelangelo. Ο Botticelli δημιούργησε τρία μεγάλα έργα καθώς και επτά παπικά πορτρέτα στο διάσημο παρεκκλήσι ενώ επιστρέφοντας στην Φλωρεντία φιλοτέχνησε πλήθος έργων σε άλλες εκκλησίες.

Το ύφος του παρουσίασε αξιοσημείωτη αλλαγή με το πέρασμα των χρόνων ενώ έγινε ακόλουθος του μοναχού Savonarola, ο οποίος είχε μεγάλη απήχηση στην Φλωρεντία. Πολλά από τα μέχρι τότε έργα του Botticelli κρίθηκαν ασεβή προς το θεό και κάηκαν μαζί με διάφορα βιβλία. Όταν όμως η δημοτικότητα εγκατέλειψε τον Savonarola, κάηκε ο ίδιος ο μοναχός στο κέντρο της Φλωρεντίας. Πολλοί ακόλουθοί του εγκατέλειψαν την πόλη, όμως ο Botticelli παρέμεινε και συνέχισε να ζωγραφίζει, με έντονο το θρησκευτικό αίσθημα και τους συμβολισμούς σε πολλά έργα του. Κέρδισε τη φήμη του ζωγράφου που φιλοτεχνούσε εξαιρετικά Αγίες Τράπεζες και κέρδισε σημαντικά ποσά από τις αναθέσεις που λάμβανε. Λόγω του σεβασμού στο πρόσωπό του, συμμετείχε στην επιτροπή που επέλεξε το σημείο όπου ο Michelangelo θα τοποθετούσε το άγαλμά του, Δαυίδ.

Ο Sandro Botticelli έφυγε από τη ζωή σε ηλικία περίπου 65 ετών, κατά πολλούς φτωχός και άσημος την ώρα του θανάτου του, κάτι που προέκυψε λόγω της τεράστιας φήμης που είχαν πλέον οι νεότεροί του Michelangelo, Raphael και Leonardo Da Vinci. Τα έργα του θεωρούνται αριστουργήματα της εποχής του όμως χρειάστηκαν περίπου 400 χρόνια μετά το θάνατό του για να αναγνωριστεί η αξία τους. Η πρώτη μονογραφία για τον καλλιτέχνη κυκλοφόρησε μόλις το 1893 ενώ την περίοδο 1900-1920 γράφτηκαν περισσότερα βιβλία για τον Botticelli απ’ ότι για οποιονδήποτε άλλο ζωγράφο.